Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

H φυλάκιση του Σπύρου Ξέρα, η απούσα δικαιοσύνη και η εθνική καταγωγή του.

Του Παναγιώτη Μπάρκα, 
Προχθές συνελήφθη ο Σπύρος Ξέρας αλβανικής και ελληνικής υπηκοότητας και ελληνικής εθνικότητας, τέως βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος και πρώην Υπουργός στην τελευταία κυβέρνηση του Σαλί Μπερίσα. Σήμερα, (δλδ χθές) το πρωτοδικείο Τιράνων δέχτηκε την πρόταση της εισαγγελίας και αποφάσισε η εκδίκασή του Ξέρα να γίνει όντας εκείνος κρατούμενος στη φυλακή. 
Ναι, αληθεύει, ότι η φυλάκισή του είχε έντονο απόηχο και είναι πολύ λογικό. Μετά από 23 χρόνια, όταν φυλακίστηκε ο Φάτος Νάνο, (χωρίς να αναφερθούμε στα πρώην μέλη του Πολίτ Μπυρό), είναι το δεύτερο υψηλόβαθμο κρατικό στέλεχος που καταλήγει πίσω από τα κάγκελα.
Εκ΄ πρώτης όψεως η πράξη αυτή φαίνεται ότι εξυπηρετεί στο μέγιστο τη δηλωμένη υπόθεση για την πάταξη της κρατικής διαφθοράς. Τα μηνύματα που φέρει η μέχρι τώρα εμπειρία μηνύουν ότι επιδιώκεται ώστε η υπόθεση να τραφεί με θύματα και με κρίκους που δεν αποτελούν μέρος του πραγματικού εγκεφάλου στο σύστημα διαφθοράς, (δηλαδή, να τραφεί με κρίκους που δεν μπορούν να προκαλέσουν το φαινόμενο ντόμινο, ή έκρηξη), με φαπτόμενες με το σύστημα αυτό και που δεν μπορεί να παράγουν αντίσταση λόγω της καταγωγής. Δύο στιγμές που απορρέουν από τη διαδικασία στην απόφαση του πρωτοδικείου Τιράνων για τη φυλάκιση του Ξέρα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, - το γεγονός ότι για περισσότερο από ένα χρόνο ανακρίσεων ο Ξέρας δεν εκλήθη στην εισαγγελέα για να καταθέσει ούτε μια φορά και ότι εκείνος είχε όλες τις δυνατότητες να απομακρύνονταν εκτός χώρας για να απόφευγε τη δυσμενή αυτή θέση, όπως έχουν πράξει πολλοί άλλοι κρατικοί λειτουργοί, αλλά τον συλλάβανε έξω από το σπίτι του όταν μόλις είχε επιστρέψει από την Ελλάδα, -δημιούργησαν προηγούμενο που προδικάζει και την έκβαση της δίκης, που μόλις άρχισε. 
Σε σχέση με την τελευταία διαπίστωση επιβεβαιώθηκε και μια φορά ότι το να είσαι Έλληνας μειονοτικός και σε υψηλές κρατικές θέσεις αποτελεί μεγάλο ρίσκο, διότι πληρώνεις για άλλους και για εκείνο που είσαι, περισσότερο απ΄ αυτό που κάνεις. Στην ιστορία του, αρχίζοντας από τις κυβερνήσεις του Ζώγκου, ιδιαίτερα κατά την κομμουνιστική περίοδο, αλλά και κατά την μεταπολίτευση, η ελληνική μειονότητα έχει δοκιμάσει σε δεκάδες περιπτώσεις, ότι οι υπηρεσίες των Ελλήνων στον κρατικό μηχανισμό αποτέλεσε ρίσκο θυσίας στην υπηρεσία της πολιτικής κυριαρχίας. Στη σκέψη έρχεται ο Λευτέρης Τάλλιος, ο Μανόλης Κονόμης, ο Μιχάλης Γιώργης, Ο Μιλτιάδης Παπάς και άλλα ονόματα υψηλού βεληνεκούς από την ελληνική μειονότητα. Εννοείται, από άποψη βεληνεκούς δεν μπορεί να συγκριθεί ο Σπύρος Ξέρας, λόγου χάρη με τον Μανόλη Κονόμη, αλλά οι ίδιες θέσεις του βουλευτή και υπουργών τους εξισώνουν ιστορικά. Ασφαλώς, και η αιτία τιμωρίας τους διαφοροποιεί. Ο δικτάτορας Χότζα φυλάκισε 20 χρόνια τον Μανόλη Κονόμη, διότι εκείνος ως Υπουργός Δικαιοσύνης της Αλβανίας δεν παραδέχτηκε την πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης. Ο Σπύρος Ξέρας κατηγορείται για διαφθορά από μια δικαιοσύνη για την οποία οι πάντες ζητούν την απαλλαγή από το έγκλημα και τη διαφθορά. 
Δεν επιδιώκω με τίποτε να είμαι ο υπερασπιστής της ενοχής του Ξέρα, αν υπάρχει. Αλλά από την άλλη πλευρά, όλοι καταλαβαίνουν ότι, και στην περίπτωση που η κατηγορία επιβεβαιωθεί, τις δημοπρασίες που αποτελούν το αντικείμενο κατηγορίας εις βάρος του έγιναν παράνομες με εντολή άλλων και για λογαριασμό της προεκλογικής εκστρατείας του Δημοκρατικού Κόμματος. Από την οπτική αυτή γωνία ο Ξέρας είναι θύμα και ηθικός αυτουργός αλλά με ποινικές ευθύνες. Δηλαδή θα του τεθεί το κεφάλι στο σινί , όπου το Δ. Κόμμα μπορεί να προσφέρει και το σινί. Η αντίδραση του Δ. Κόμματος βεβαιώνει την λογική αυτή. Καμιά θεσμική πολιτική υπεράσπιση από το κόμμα του ανεξαρτήτως, που αυτός συνελήφθη ως πολιτικό πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα δικαιολογίας από μέρος του Δ. Κόμματος, ότι από τη στιγμή που οι διεθνείς φορείς ζητούν επίμονα την καταδίκη διεφθαρμένων υψηλόβαθμων κρατικών στελεχών, το Δ. Κόμμα δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί υπερασπιζόμενο τον Ξέρα. (Στην ουσία το Δ. Κόμμα μέσω της επίσημης δήλωσής του δέχτηκε την ενοχή του Ξέρα και ζητάει δίκαιη ανάκριση και εκδίκαση της υπόθεσης;;;!!! Και το απαιτεί αυτό από μια δικαιοσύνη την οποία κατηγορεί για έλλειψη ή πληρωμένης δικαιοσύνης. Όλο αυτό το σκηνικό μοιάζει με φόρμουλα συμβιβασμού όπου η καταδίκη του Ξέρα να εξυπηρετήσει τη δυνατότητα να μη θιχτούν οι βασικοί ένοχοι της κρατικής διαφθοράς. Η διαφορετική στάση, ή στη δική του γραμμή, που τήρησε ο πρώην πρωθυπουργός Σαλί Μπερίσια, δεν αλλάζει τίποτε στη λογική της ευρείας συνεννόησης σε υπεράσπιση του πραγματικού συστήματος διαφθοράς.) 
Είναι πολύ εύκολο να κατανοηθεί, διότι είναι γνωστό, ότι η κρατική διαφθορά και κλοπή, τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν είναι σε ασύλληπτα μεγέθη. Στο σκεπτικό αυτό, τα στοιχεία που αναφέρονται εις βάρος του Ξέρα είναι γελοία συγκριτικά με εκείνα των άλλων υψηλών κρατικών λειτουργών. Είναι επίσης, γνωστό ότι μηνύσεις και κατηγορίες στα κρατικά όργανα δικαιοσύνης και στα ΜΜΕ, έχουν γίνει για πολλά υψηλόβαθμα τέτοια στελέχη …. όμως το ψύχος των χειροπεδών της αστυνομίας δοκίμασε πρώτος ο έλληνας μειονοτικός Σπύρος Ξέρας. Αρκεί έστω και μόνο αυτό το στοιχείο ώστε και σάμπως πραγματική να είναι η κατηγορία εις βάρος του Ξέρα, ή αληθές το γεγονός ότι θα ακολουθήσουν συλλήψεις και άλλων υψηλόβαθμων στελεχών, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να άρχιζε με τον Ξέρα. 
Τα στοιχεία αυτά από κοινού με την πικρή εμπειρία της πολιτικής δικαιοσύνης στη χώρα, εξουδετερώνει την νομιμότητα της αγριότητας αυτής της δικαιοσύνης κατά του Ξέρα. Μουντότερη θα είναι η εικόνα της δικαιοσύνης, σε περίπτωση που δε θα ακολουθήσουν συλλήψεις άλλων ανώτατων στελεχών με πιο δραστική και πολλαπλή διαφθορά. (!) Τότε η υπόθεση Ξέρα θα αποτελεί μια επιλεκτική περίπτωση που θα μεταφέρει πολλά αρνητικά μηνύματα και θα προκαλέσει άλλες καταστάσεις. 
Το συμπέρασμα αυτό δεν στηρίζεται μόνο στη μέχρι τώρα εμπειρία, αλλά και στο στοιχείο «της Παρασκευής» που επέλεξε η εισαγγελία για την εφαρμογή από την αστυνομία του εντάλματος συλλήψεως του πρώην υπουργού. Στην περίπτωση του Ξέρα η επιλογή της Παρασκευής δε συμβαδίζει με τις άλλες περιπτώσεις, όπου η επιλογή της ημέρας αυτής για μια όποια θορυβώδη σύλληψη γινόταν με σκοπό να μεσολαβούσαν οι μέρες ανάπαυσης που ακολουθούν, για να αποφευχθούν οι όποιες αντιδράσεις. (Δηλαδή δεν είχε σημασία η ταχτική αυτή, διότι για το Ξέρα δεν υπήρξαν αντιδράσεις) Ο Ξέρας πρέπει πλέον να έχει αντιληφθεί ότι η μάχη με τη δικαιοσύνη θα είναι μια προσωπική υπόθεση. (Το «λάθος» του Ξέρα έγκειται στο γεγονός ότι ενώ γνώριζε πως υπήρχε προ πολλού ανοιχτή μια ποινική υπόθεση εις βάρος του, ούτε τό 'σκασε, ούτε εξαγόρασε το κλείσιμό της) Η άρνηση του Ντούλε να τοποθετηθεί σχετικά, μάλιστα και όταν ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους είναι ένας επιπλέον κακός οιωνός για τον Ξέρα. Ο Ντούλες είναι πρόεδρος του Κόμματος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Αλβανία, είναι βουλευτής με κοινή καταγωγή από ένα γειτονικό χωριό με τον Ξέρα. (Όποιος γνωρίζει έστω και λίγο την ιστορία της εθνικής ελληνικής μειονότητας μια τέτοια στάση θυμίζει τις περιπτώσεις όταν ο κομμουνιστής δικτάτορας χρησιμοποιούσε έλληνες μειονοτικούς για να εξουδετερώσει τους αντιπάλους του επίσης έλληνες. Η μη τοποθέτηση του Ντούλε τον καθιστά υπεύθυνο σε έναν τέτοιο ρόλο, τον οποίο όμως αυτός τον αναλαμβάνει για χυδαίους και προσωπικούς λόγους και διόλου ξεκινώντας από κάποιες αρχές.)
Σε ένα τελευταίο σημείο της ανάλυσης, φαίνεται ότι κάποιοι έχουν υπολογίσει ότι η ίδια η ελληνική μειονότητα δε θα αντιδράσει, θα αδιαφορήσει προς την πράξη αυτή (η αυξημένη παρουσία της αστυνομίας κατά τη σύλληψη Ξέρα, μιλάει περί του αντιθέτου), ότι η ελληνική μειονότητα ξέρει να αποστασιοποιείται από τη διαφθορά και τους παραβάτες του νόμου, και όταν αυτοί είναι δικοί της άνθρωποι. Αληθές είναι ότι οι πολιτικοί εκπρόσωποι της ε. μειονότητας, περίπτωση Ντούλε, έχουν τους δικούς τους λόγους να μη αντιδράσουν. Αληθές είναι όμως και το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η ελληνική μειονότητα αισθάνεται περιθωριοποιημένη. Και η περιθωριοποίηση αυτή δεν εκδηλώνεται με την αύξηση των μετοχών του Ξέρα μεταξύ τους, αλλά με την επανάκληση από τους έλληνες μειονοτικούς των δυσφημιστικών εμπειριών του παρελθόντος, λόγω εθνικότητας.

Τέλος Αργυρόκαστρο 31.01.2016